gisemi 200Ήταν τo 1906 ή 1907. Όλο τo καλοκαίρι πέρασε πάρα πολύ καλά, άλλα ο χινόπωρος ήταν κακορρίζικος. Όσοι δε γνωρίζουν τα βουνά της Θεσσαλίας, θα πρέπει να ξέρουν, ότι για να βγάλει ο τόπος χορτάρια, θα πρέπει να βρέξει τον 15αύγουστο ή το πολύ μέχρι τέλος Αυγούστου. Αν βρέξει αργότερα, όλο το καλοκαίρι πηγαίνει χαμένο. Έτσι και τότε, κόντευε να βγει ο Άη-Δημήτρης (με το παλιό) και δεν είχε βρέξει. Είδαν κι απόειδαν ούλοι οι Τσελιγκάδες και ένας-ένας έπαιρνε τα κουπάδια τ’ και ροβόλαγε για τα χειμαδιά, στα χαμένα. Πρόλαβαν δεν πρόλαβαν να ξεκαμπίσουν, ο καιρός χάλασε και άρχισε να βρέχει με το καρδάρι. Δέκα μερόνυχτα συνέχεια και καθώς ο τόπος ήταν απ’ την ξέρα έγιναν μεγάλες πλημμύρες και ο κάμπος της Θεσσαλίας έγινε μια μεγάλη λίμνη.

Όταν άνοιξε ο καιρός και τα σύννεφα διαλύθηκαν στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, άρχισαν σιγά-σιγά, να συνέρχονται οι κτηνοτρόφοι και να προσπαθούν να βάλουν κάποια σειρά. Άλλοι να σκέφτονται για τα λιβάδια κι άλλοι για τα μαντριά. Παρόλο πού το φθινόπωρο ήταν προχωρημένο, ο τόπος άρχισε σιγά-σιγά να βγάζει χορτάρι και να ανακουφίζει τούς κτηνοτρόφους πού ως τότε είχαν ταλαιπωρηθεί.
Την εποχή εκείνη η Θεσσαλία ήταν αραιοκατοικημένη και ήταν πολλά λιβάδια πού τα νοίκιαζαν οι κτηνοτρόφοι από το Δημόσιο κι από τους Τσιφλικάδες. Ο πόλεμος τού 1897 είχε δημιουργήσει μία κατάσταση αβεβαιότητας αλλά και οι συνεχείς ψίθυροι ότι θα ξαναγίνει, χειροτέρεψαν την κατάσταση και όσοι κτηματίες ενοικίαζαν τα λιβάδια, ήθελαν ούλα τα χρήματα προκαταβολικά. Οι γαλατάδες πού έπαιρναν τα γάλα, επηρεασμένοι κι αυτοί από την προαναφερθείσα κατάσταση, έδιναν πολύ μικρή προκαταβολή για το γάλα και πολλά τσελιγκάτα, να μη πω όλα, είχαν βρεθεί σε πολύ δύσκολη θέση, διότι δεν είχαν να πληρώσουν την αξία των λιβαδιών.
Δυό τσελιγκάδες μαζί, είχαν πάρει τα λιβάδια Κεραμίδι, Άγιος Ταξιάρχης (Μπάρα), Βρουκαλάκια, Ζάρκο-Μαρί και Άη-Γιάννη (Ζάρκο), και έπρεπε να δώσουν τo ενοίκιο προκαταβολικά. Μαζώχτηκαν οι κεχαϊάδες και οι τοελιγκάδες έκαναν κουντουρέσιο (συμβούλιο), πως θα συγκεντρώσουν τα χρήματα για να πληρώσουν τα λιβάδια. Τα’παν έτσι, τα’παν αλλιώς, δε γένονταν τίποτα. Για να μαζωχτούν τα χρήματα έπρεπε να πουλήοουν ορισμένα πρότα. Τα πρόβατα, λόγω της καλοκαιρινής ξηρασίας, ήταν αχαμνά και δεν έπιαναν λεφτά στο Χασάπη κι έπρεπε να βρουν κανένα να τα πάρει για έχος. Παρουσιάστηκαν δυο-τρεις, αλλά τα ‘θελαν κοψοχρονιάς. Ένας γαλατάς που τους έπαιρνε το καλοκαιρινό γάλα, τους έφερε έναν πού ήθελε να αγοράσει πρότα, που ήταν από τη Φήβα (Θήβα). Ετούτος τα πληρωνε κάπως καλύτερα, αλλά ήθελε να είναι ούλα φλώρα να τα δώσει προίκα στη μοναχοκόρη του, πού την είχε αρραβωνιασμένη. Μόλις ο τσέλιγκας άκουσε ότι θέλει να πάρει μόνο φλώρα, κόντεψε να τον δείρει και με κόπο ο γαλατέμπορας κατόρθωσε να αποφύγει τα χειρότερα. Το παζάρεμα κράτησε δυο μέρες και στα κονάκια έπεσε μεγάλη πικρία, αλλά ο κόμπος είχε πια φτάσει στο χτένι κι έπρεπε αυτή η δουλειά να πάρει τέλος.

Το κοπάδι ήταν 450-480 πρόβατα και τo φύλαγε ο Β. Κοτρογιάννης με τον Μήτρο Λώλο. Τo γεγονός ότι τα αγόραζε κάποιος για δικά του κι όχι για σφαγή, απάλαινε κάπως τον πόνο τους, κι αφού συμφώνησαν να τα κάνουν αδερφαμοιραή (στη μέση ως αδέρφια), κάποιο απόγευμα πήγαν να τα χωρίσουν. Επειδή δεν υπήρχε μαντρί, θεώρησαν λογικό να τα στριμώξουν εκεί πού σμίγονται τα δυό θεσσαλικά ποτάμια, Πηνειός (Σαλαμπριά) και Τζιαναρλής, δίπλα στο χωριό Κεραμίδι. Άλλοι από περιέργεια, άλλοι για να χαιρετήσουν τα πρόβατά τους για τελευταία φορά, μαζώχτηκαν πολλοί νοματαίοι. Μόλις τούς είδαν οι τσιομπαναραίοι, ο Κοτρογιάννης πήρε την κόπα στο μανίκι, πέρασε τ’ Αλή-Αφέντη τo γεφύρι και πήρε τον ανήφορο για τo Ντομπρούσιο (βουνό), φοβερίζοντας πως θα πάει κλέφτης και θα τούς καθαρίσει όλους. Ο Λώλος συγκινημένος και αυτός τλουπόχτηκε με την κάπα και έκλαιγε απορηγόρητα. Οι άλλοι έμασαν το κοπάδι, τ’ όρμουσαν (αράδιασαν) και το μέτρησαν.
Τα πρόβατα βλέποντας την ασυνήθιστη αυτή κίνηση, άρχισαν να φυλάγονται και να προγκάνε. Όσο το στρίμωχναν προς τo κ'λούρι των ποταμών, τόσο χειροτέρευαν τα πράματα. Τo κοπάδι αυτό είχε πέντε τραϊά για γκεσέμια, τρία με κυπριά και δύο με κουδούνια. Τo μαυροκέφαλο τo τραϊ, πού είχε τo τρανό κυπρί και ήταν καπετάνος, σήκωνε και ματασήκωνε τo κεφάλι, σαν κάτι να είχε υποψιαστεί και ότι κάποιο κίνδυνο διέτρεχε τo κοπάδι του. Όταν είδε όμως πως οι άγνωστοι άνθρωποι ανακάτωναν τo φλωροκόπαδο, δεν άντεξε άλλο, χτυπώντας το ποδάρι του από καταή και νομίζοντας πως έτσι μόνο θα σώσει τo κοπάδι του, κοίταξε μια δεξιά και μια αριστερά, σα να ‘δωνε συμβουλή στο κοπάδι να τo ακολουθήσει, δίνει ένα πήδημα και βρίσκεται στα βουερά και θολά νερά της Σαλαμπριάς (Πηνειού). Βελάζοντας και με μεγάλη προθυμία, πιστά στο γκεσέμι τους, έπεσε όλο το κοπάδι στο ποτάμι αψηφώντας τo θάνατο. Μάταια προσπάθησαν οι παραβρισκόμενοι να σταματήσουν τo κακό. Παραλίγο να τους ρίξουν κι αυτούς στο κατάβαθα και θολά νερά της Σαλαμπριάς. Από τo τρανό αυτό κοπάδι γλύτωσαν μόνο τα γκεσέμια και 130 περίπου πρόβατα. Τα άλλα τα παρέσυρε το ποτάμι και γιόμισε ο τόπος δεξιά κι αριστερά από το ποτάμι με κουφάρια. Δε θα πνίγονταν τόσα πολλά, αλλά τα πρόβατα, από την καλοκαιρινή ξέρα και τις πολλές βροχές τού χινόπωρου ήταν πολύ αχαμνά και τα περισσότερα οπό αυτά ήταν ετοιμόγεννα και τον άλλο μήνα θα γένναγαν,

Όταν γύρισαν στα κονάκια, αντί να φέρουν τον τρουβά με τα χρήματα, τους έφεραν το άσχημο μαντάτο πού το ‘κλαψαν και το μοιρολόγησαν αρκετά χρόνια οι σαρακατσάνες.

ΘΩΜΑΣ ΑΛ. ΣΠΑΝΟΣ (ΗΧΩ των Σαρακατσαναίων 3/4-1982)

Sorry, this website uses features that your browser doesn’t support. Upgrade to a newer version of Firefox, Chrome, Safari, or Edge and you’ll be all set.