KourosΗ μάνα είχε λίγη ώρα που ήρθε απ’ την εκκλησιά και ετοιμαζόταν να φτιάξει ένα καφέ να πιεί, όταν άκουσε την πόρτα της αποθήκης να ανοίγει.
Κατάλαβε πως γύρισε ο πατέρας απ’ τα πρόβατα και έβαλε και για κείνον καφέ να πιεί να ξαποστάσει.
Πράγματι, μετά από λίγο μπήκε ο πατέρας, είχε ρίξει νερό στο πρόσωπο και χάλεψε απ΄τη μάνα μια πετσέτα να σκουπιστεί.
Ώσπου να πάει η μάνα να φέρει πετσέτα, κρέμα[1]σε τον τρουβά, τον ασπρόμαυρο καρό, που είχαν οι περισσότεροι κοντά τους όταν πήγαιναν στα πρόβατα. Έβγαλε το παγούρι με το νερό, ένα ταπεράκι που είχε λίγο τυράκι και το μεσάλι που είχε βάλει η μάνα το ψωμί.

-Έβαλε λαμπάδα όξω, δεν στέκονται π΄θενά τα πρότα, μπήκαν από τώρα στον στάλο, είπε ο πατέρας.

- Πρέπ' να συνεννοηθούμε με τσ΄αλλνούς τσ΄βλάχους να βάλουμε μπρουστά να τα κουρέψουμε.
- Κειό πήγι δεκαπέντι ου Μάης τι καρτερείς; του απάντησε η μάνα δίνοντάς του την πετσέτα.
- Να μ΄πεις να ζ΄μώσω ψουμί, να πάρουμι μια ντραμ΄ζάνα κρασί, να κάνου του κουμάντο μ΄.
- Πείτι για του Σάββατου π΄ δεν έχουν τα πιδιά σκουλειό να βουηθήσουν κ΄αυτά, είπε η μάνα.
- Αυτό θα κάνουμι, είπε ο πατέρας, κάτσι να πιού τουν καφέ κι μια στάλα νερό, κι θα τα κ΄βιντιάσου κι μι τσ’ αλλνούς. 
Έτσι και έγινε, ένας με τον άλλον συνεννοήθηκαν και μαζεύτηκαν δέκα άντρες, άλλοι τρανοί, άλλοι μικρότεροι.

Ζύμωσε η μάνα ψωμί την Πέμπτη, πήραν και το κόκκινο κρασί για το τραπέζι, αλλά και ούζο που δεν έλειπε τότε από κανένα σπίτι. Έπηξε και μια γιαουρτούλα την Παρασκευή το βράδυ για να είναι φρέσκια το Σάββατο και ο πατέρας έσφαξε το αρνί που είχε κρατημένο για το κούρεμα.

Ξημέρωσε το Σάββατο και ξύπνησαν όλοι νωρίς, άρμεξαν τα πρόβατα, τα τάισαν, έδωσαν το γάλα στον μπαντζιό και πήγαν τα πρόβατα στο ξωμάντρι που θα κούρευαν. Σε μια άκρη ήταν κάποια μεγάλα πουρνάρια και κεί θα ήταν οι κουρευτάδες να μην είναι στον ήλιο.

Τα κριάρια τα ‘χε χώρια ο πατέρας, θα τ’ αντάμωναν σε καμιά δεκαριά μέρες. Θα τα κούρευε μόνος του, φοβόταν μην χτυπήσουν κανέναν γιατί δεν τους γνώριζαν.

Μαζεύτηκαν οι άντρες, τους κέρασε ο πατέρας από ένα τσιγάρο, έκαναν τον σταυρό τους και ξεκίνησαν.

Ήταν γύρω στα εκατονπενήντα πρόβατα, είχαν περίπου δεκαπέντε πρόβατα ο καθένας. Άκουγες τα ψαλίδια να κουρεύουν και τους άντρες να κουβεντιάζουν.

Ήθελε μαεστρία το κούρεμα δεν ήταν εύκολη δουλειά, να ξέρεις πως θα κάτσεις πάνω στο πρόβατο, να μη το κόψεις αλλά και να μην κοπείς ο ίδιος.

Κάπου κάπου σταμάταγαν να ακονίσουν τα ψαλίδια, να πιούν και λίγο νερό. Κοιτάγαμε τα παιδιά πως τρόχιζαν τα ψαλίδια, κάτι μεγάλα ψαλίδια που έβαζαν στην μια άκρη απ’ τις χειρολαβές λίγο μαλλί απ’ τα πρόβατα για να μη χτυπάει το χέρι απευθείας στο σίδερο και πληγιάζει.

Το κουρεμένο μαλλί ήταν σαν φλοκάτη, το μάζευαν οι άντρες πρόχειρα και μετά, η μάνα με την γιαγιά, το μάζευαν σε μπουκάρια και τα σάκιαζαν στα μεγάλα ριγέ μαυροχακί τσουβάλια. Η έντονη μυρωδιά απ’ το κουρεμένο μαλλί κόλλαγε στα ρουθούνια και η σαριά έκανε τα πληγιασμένα χέρια να ανοίγουν.

Η μάνα έφυγε για το σπίτι νωρίς, έπρεπε να κάψει τον φούρνο, να βάλει το αρνί με τις πατάτες σε δυο ταψιά, έφτιαξε μια λαχανόπιτα και μια τυρόπιτα, ήμασταν πολλοί σήμερα για φαϊ. Είχε τρίψει τα λάχανα μόλις γύρισε απ' τ’ άρμεγμα, λίγα μπαζιά, λάπατα, πράσα και φρέσκα κρεμμυδάκια. Έκαμε έξι πέτρα για κάθε πίτα, ώσπου να ανοίξει το ένα ψχιάναζε το άλλο, στον φούρνο π΄ έκαιγε.

Έκλεισε τον φούρνο για να ψηθεί το φαί και γύρισε πάλι στον κούρο, ούτε νερό δεν πρόκαμε να πιεί. Είχε πολλά μπουκάρια να μαζέψει, τι να μαζέψει η γιαγιά μοναχή της, ώσπου να μαζέψει το ένα, άλλα δυο-τρία της έριχναν οι άντρες απ΄το φράχτη.

Τα πρόβατα τα κουρεμένα, φαίνονταν καθαρά, αλλά και λίγο αστεία, τα κεφάλια φαίνονταν μεγαλύτερα και τα κουδούνια σαν να κρέμονταν πιο πολύ!

Μερικές φορές έκοβαν και κάνα πρόβατο στο κούρεμα και τα ψέκαζαν με μελάνι να μην τα φτύσουν οι μύγες.

Κατά τις δώδεκα το μεσημέρι τα σχόλασαν, τα παιδιά πήγαν τα πρόβατα να πιούν νερό, και τα άφησαν να βοσκήσουν λίγο, αλλά έκανε τόσο πολύ ζέστη, που ήπιαν νερό και πήγαν κατευθείαν να σταλίσουν.

Η μάνα και η γιαγιά γύρισαν πρώτες στο σπίτι να ετοιμάσουν το φαγητό, αλλά και να ετοιμάσουν κάνα ούζο ή μπύρες να ξεδιψάσουν οι άντρες. Έστρωσαν το τραπέζι στην βεράντα που είχε ίσκιο γιατί ο ήλιος έκαιγε. Μετά από λίγο ήρθαν οι άντρες, πρώτα ήρθε ο πατέρας με τους πιο μακρυνούς, οι γειτόνοι πήγαν στα σπίτια τους να πλυθούν και ν' αλλάξουν. Έτρεξαν τα παιδιά και πήγαν σαπούνι και πετσέτες να πλύνουν τα χέρια και το πρόσωπο να φύγει ο ιδρώτας και η σαριά, και κάθισαν στο τραπέζι ώσπου να 'ρθουν και οι υπόλοιποι. Βγήκαν και οι κοπέλες με τα τσ΄κάλια που είχε κρύο νερό να πιούν ο κόσμος να δροσιστούν!

Όταν μαζεύτηκαν όλοι έβαλαν το φαί, τ’ αρνί με τις πατάτες στον ξυλόφουρνο μελωμένο και μοσχομυριστό, το μύριζες και σ’ έπιανε μια λίγωση, οι πίτες κριτσανιστές και καλοψημένες. Σαλάτες με μαρούλι απ’ τον κήπο με φρέσκο κρεμμυδάκι. Η γιαούρτι άσπρη άσπρη και κρουστή και το τυρί μπόλικο στα πιάτα!

Μπορεί να μην είχαν πολλά τότε ο κόσμος, αλλά νηστικός δεν έφευγες, τα περισσότερα τα φτιάχνανε μόνοι τους.

Θα ‘τρωγαν πρώτα οι άντρες και κοντά εμείς, άλλωστε εμείς ήμασταν οι σερβιτόροι, άλλος έφερνε το ένα, άλλος τ’ άλλο.

Αφού φάγανε καλά και το κρασί τους ξεκούρασε και τους χαλάρωσε, άρχισαν να λένε τα σχέδια για το καλοκαίρι, άλλοι θα έφευγαν για τα β’να, άλλοι θα μένανε στα χειμαδιά. Να κάνουν το κουμάντο για χωράφια τα καλοκαιρινά και για τον χειμώνα, από πού θα πάρουν χορτάρι και καλαμπόκι για την επόμενη χρονιά.

Έλεγαν παλιές ιστορίες και μεις τα παιδιά τα ακούγαμε σαν παραμύθι και φάνταζαν σαν περιπέτειες, πάντα όμως με τα πρόβατα πρωταγωνιστές!

Με το κρασί ερχόταν και η ευθυμία, έλεγαν αστείες ιστορίες και συμβάντα τολμηρά, άρχιζαν τα μασκαραλίκια και τα μπανταλά, όπως τα ‘λεγε η μάνα!

Μετά από καναδυό ώρες τέλειωσε το τραπέζι, θα πήγαιναν να ξαπλώσουν λίγη ώρα και μετά πάλι στα πρόβατα.

Θα τα λέγανε άλλωστε σε καναδυό μέρες σ άλλο κούρεμα και φαγοπότι!

Το κούρεμα τελείωσε για τους άντρες, αλλά για τις γυναίκες ξεκίναγε, απ’ την άλλη μέρα κιόλας ένας μεγάλος άθλος.

Να πλύνουν τα μαλλιά μέσα στα μεγάλα καζάνια, να τα στεγνώσουν. Μετά να τα βάψουν, να τα ξάσουν, να τα λαναρίσουν και να τα κάνουν τ’λούπες και να γνέσουν με τη ρόκα. Μετά το ίδιασμα και ο αργαλειός να φτιάξουν προικιά και άλλα χρειαζούμενα για το σπίτι.

Γέλαγε τότε ο κόσμος πιο πολύ και όποτε ανταμώνονταν δεν έχαναν ευκαιρία να καλαμπουρίσουν, να φύγει η κούραση και να γυρίσουν αλαφρότεροι στα κονάκια τους. Σοβαροί αλλά όχι σοβαροφανείς, είχαν ένα μέτρο στο φέρσιμο και σεβασμό προς όλους.

Οι περισσότεροι σαρακατσαναίοι δεν έχουμε πλέον πρόβατα, έχουμε όμως μνήμες και συμπεριφορές σωστές απ’ τους δικούς μας.

Ας κληροδοτήσουμε στα παιδιά μας την ευγένεια, την ευπρέπεια και το σωστό φέρσιμο της φάρας μας

Δημοσιεύτηκε στα "Σαρακατσάνικα Χαιρετήματα", Φύλλο 94

Sorry, this website uses features that your browser doesn’t support. Upgrade to a newer version of Firefox, Chrome, Safari, or Edge and you’ll be all set.