giaxniΉταν κοντά στο 1955 στην καταβόθρα, στο βουνό Οίτη, όπου φύλαγαν τα πρότα πέντε παιδιά. Μαέρευαν κάθε μέρα με τ’ σειρά. Πότε έφκιαναν πατάτες, πότε μακαρόνια, πότε έβραζαν γάλα. Ένας απ' την παρέα, ο Μήτρος, ήταν λαίμαργος. Δεν προλάβαιναν οι άλλοι να κάτσουν να φαν, αυτός είχε αρχίσει κι όλας να τρώει. Του ‘παν μίνια του ‘παν δυο, να τους καρτερεί να αρχίζουν να τρων αντάμα, αυτός το χαβά τ’. «Άστον θα τον κ’μανταρίσω εγώ» είπε ένας απ’ τ’ μπαρέα, ο Κώστας.

Μια μέρα ήταν η σειρά του Κώστα να φκιάσ’ πατάτες γιαχνί. Μόλις κατέβασε του κακάβ’ απ’ τη φουτιά έβαλε αμέσως να φαν. Κάν’ πως ξεκινάει να φάει πρώτους ου Κώστας κι λέει: «Πότε κρύουσαν κι όλας οι μαγκούφες!».
Τον ακούει ου Μήτρους, και λιχούδης όπως ήταν, γιόμ’σι το χλι’αρ’ κάργα κι του έχουσε στου στόμα τ’. Κόλλ’σαν οι πατάτες στουν ουρανίσκου. Άρχισε να χουιάζ’ κι έχωσε τα δάχλα τ’ στου στόμα να ξεκουλήσ’ τ’ς πατάτες.

Απου τότε η παρέα, όταν είναι ζεστό του φαϊ λέει: «Πότε κρύωσε κιόλας το μαγκούφ’!»

Sorry, this website uses features that your browser doesn’t support. Upgrade to a newer version of Firefox, Chrome, Safari, or Edge and you’ll be all set.