vaptisiΜετά την απελευθέρωση της Θεσσαλίας το έτος 1881 τα περισσότερα χωριά του εύφορου Θεσσαλικού κάμπου εξακολούθησαν να είναι τσιφλίκια των Μπέηδων. Άλλα από τα τσιφλίκια τα νέμονταν οι ίδιοι οι Μπέηδες και άλλα τα νοίκιαζαν σε κτηνοτρόφους για βοσκολίβαδα.
Σ' ένα μικρό συνοικισμό, της περιοχής του Ν. Καρδίτσας, που δεν έχει αλλάξει το όνομα, ακόμα και σήμερα λέγεται Ηλιά (Προφ. Ηλίας), ιδιοκτήτης ήταν ο Ομάρ-Μπέης. Κατάγονταν από την Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου και ήταν χρόνια πολλά ανώτερος υπάλληλος του τότε Τουρκικού Κράτους στη Θεσσαλονίκη.
Τα συμφέροντα του Τούρκου τσιφλικά στο Ηλιά, τα είχαν αντιπροσωπεύσει αρκετοί άνθρωποι της περιοχής (χριστιανοί κυρίως), αλλά επειδή το τσιφλίκι βρίσκονταν δίπλα στο Τέλμα «Γκιόλι» απέφευγαν οι άνθρωποι να μένουν εκεί, γιατί είχε πολλά κουνούπια και το κλίμα το καλοκαίρι ήταν πολύ ανθυγιεινό, αβάσταστο.

Εκτός όμως από αυτό οι συνεχείς εχθροπραξίες των Τούρκων και Ελλήνων, στο διάστημα μεταξύ 1881-1897 είχαν δημιουργήσει μια αφόρητη κατάσταση αβεβαιότητας, γι' αυτό ο Ομάρ-Μπέης έστειλε επί τόπου το γιό του Σιάμ-Μπέη να καθαρίσει τους λογαριασμούς και αν βρει αγοραστές να πουλήσει οριστικά το κτήμα τους. Έτσι κι έγινε. Ο Σιαμ-Μπέης έφτασε στο κτήμα του το μήνα Αηδημήτρη (Οκτώβριο). Επειδή ο χειμώνας ήταν κατάματα δεν υπήρχαν πολλές πιθανότητες να πουληθεί το κτήμα, γι' αυτό ο Σιάμ-Μπέης εγκαταστάθηκε στο κονάκι και νοίκιασε το τσιφλίκι του για βοσκότοπο στον κτηνοτρόφο Γ. Σταυροθόδωρο, που το καλοκαίρι έβγαζε για βοσκή τα κοπάδια του στα βουνά του Ασποποτάμου.
Ο Σιάμ-Μπέης πρέπει να ήταν σε ηλικία 45-50 χρόνων. Του άρεσε η περιοχή και εγκαταστάθηκε εκεί. Αποκατάστησε όσες ελλείψεις υπήρχαν στο κονάκι του κι άρχισε να ετοιμάζει κουλούκι (ομάδα από γεωργούς), που θα απασχολούσε μελλοντικά στη δούλεψή του.
Για επιστάτη έβαλε κάποιο χριστιανό, που λέγονταν Βάιος Παπαδήμας από το χωριό Σιαμπαλί, το σημερινό Φύλλο του Ν. Καρδίτσας , γιατί ήταν ειδικός σε τέτοιες εργασίες.
Στο χρονικό διάστημα, που ο Μπέης έμεινε εκεί στο κονάκι απασχολούνταν συνήθως με το κυνήγι, που πιστεύεται πως ήταν πλούσιο εκεί. Ζούσε μόνος του και ποτέ δεν τον άκουσαν να μιλάει για οικογένεια, ίσως ήταν ανύπαντρος.
Στο διάστημα του χειμώνα ο Τσέλιγκας, ο Παπαδήμας και ο Μπέης έκαναν πολύ παρέα με αποτέλεσμα να αναπτυχθεί ανάμεσά τους μια ξέχωρη φιλία. Ώρες ολόκληρες ο ένας μολογούσε στον άλλο διάφορες ιστορίες και μουραπάδες για να περνάει η ώρα. Ο γεροβοσκός μολογούσε για το τι είδαν τα μάτια του ψηλά στις κορφές και τα πυκνά λόγγια που έβοσκε τα κοπάδια του, ο δε Μπέης τους έλεγε διάφορες ιστορίες από την απέραντη Ανατολή και τα λιμάνια της.
Έτσι ο καιρός πέρασε και ήρθε η Άνοιξη, εποχή που οι κτηνοτρόφοι συνηθίζουν να κάνουν τους κτηνοτροφικούς λογαριασμούς τους. Το μήνα Απρίλη, που είναι και τ’ Αη-Γιώργη, ο τσέλιγκας πήγε μια μέρα στην Κούλια (κονάκι) τ' Αφέντη, με σκοπό να καθαρίσουν τους λογαριασμούς τους και να πληρώσει το τοπιάτικο για το λιβάδι. Ο Σιάμ-Μπέης, δεν δέχτηκε να καθαρίσουν το δώσε-πάρε, με το πρόσχημα, πως έλειπε ο επιστάτης, που κρατούσε τα δεφτέρια και του είπε να καθαρίσουν τους λογαριασμούς τους μια άλλη μέρα. Την επομένη μέρα πριν καλά-καλά ξημερώσει ο Παπαδήμας καβάλα στο ειδικό άλογο (μπενέκι) του Μπέη ξεπέζεψε στα καλύβια των κτηνοτρόφων. Τα άγρια μαντρόσκυλα παρά λίγο να τον πετάξουν κάτω από το άλογο, που είχε αφηνιάσει.
Ο Τσέλιγκας βγήκε να τον προϋπαντήσει και απόρησε για την απρόσμενη αυτή επίσκεψη. Με ανυπομονησία αβάσταχτη ρώτησε για τον ερχομό του:
- Τι συμβαίνει μωρέ Παπαδήμα! Τι τρέχει μωρέ, και μας πήρες φαλάγγι αυγής-αυγής; Μπας, μωρέ σκιάχτηκες μη φύγω για τα βουνά και χάσεις το τοπιάτικο; Είναι γρήγορα ωρέ, ακόμα και δεν έχουν λειώσει τα χιόνια, του είπε ο Τσέλιγκας.
-Όχι, Μπάρμπα-Γιώργο, του αποκρίθηκε ο επιστάτης. Δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο, αλλά ήρθα να σε προλάβω, να μην πας σε καμιά δουλειά και δεν σε βρω εδώ. Όπως ξέρεις, ο αφέντης σού έχει μεγάλη υπόληψη γι’ αυτό λέω γιατί να είστε μόνο φίλοι; Μου είπε, αν θέλει και η αφεντιά σου, να γίνετε και κουμπάροι. Να σου βαφτίσει το τελευταίο παιδί σου (το 8ο κατά σειρά). Μου επέμεινε να το συλλογιστείς πρώτα καλά με τους δικούς σου και να τον απαντήσεις ύστερα από κάμποσες μέρες.
Στ' αναπάντεχο αυτό άκουσμα ο πολύτεκνος πατέρας τά'χασε και του έπεσε το τσιμπούκι του που κράταε αναμμένο στο στόμα του. Ο επιστάτης κατάλαβε πως δεν έπιασε τόπο η κουβέντα του. Αλλάζουν δύο τρεις άλλες κουβέντες κι αφού χαιρέτησε ευγενικά τον υπαίθριο οικοδεσπότη πήρε το δρόμο του γυρισμού.
Ο τσέλιγκας κάλεσε τους συνεργάτες του και τον μεγαλύτερο γιό του τον Τάκο κι έκανε κουντουρέσιο (συμβούλιο) για την πρόταση, που του έκαμε ο Μπέης να του βαφτίσει το στερνοπαίδι του. Επειδή όμως ο χώρος από τις καλύβες δεν εξ ασφάλιζε την ακουστικότητα ή ίσως να κρυφάκουγε κάποιος, το μυστικό πολύ γρήγορα το έμαθαν όλοι μέσα στη στάνη.
Η μάνα του παιδιού, μόλις άκουσε πως θα βάφτιζε ο αλλόθρησκος τούρκος το στερνοπαίδι της, αμέσως το άρπαξε από τη Σαρμανίτσα (κούνια) τα έβαλε στην αγκαλιά της και ήταν έτοιμη να πάρει μόνη της τα βουνά, παρά να το μαγαρίσει ο Μπέης στα χέρια του και να το λωβιάσει. Οι άλλες γυναίκες, στα χαμένα προσπαθούσαν να την κατασυχάσουν. Εκείνη κράταγε το γιό της πονεμένα στην αγκαλιά λες και θα τον έπαιρναν για Γενίτσαρο.
Στο κουντουρέσιο αντάλλαξαν πολλές σκέψεις. Άλλες σωστές και άλλες άστοχες. Άλλοι κακολογούσαν τον πατέρα του παιδιού, γιατί δεν είπε όχι στην αρχή και το θέμα θα είχε λήξει. Πολλοί έριξαν την ιδέα να φύγουν αμέσως για τα βουνά κι ας έχουν ακόμα κρούσταλλα. Άλλοι είπαν πως πρέπει να σηκωθούν νύχτα και να παν κατά τη Φήβα (Θήβα), στην παλιά Ελλάδα. Άλλοι είπαν να το σκαπετήσουν για το Ξηρόμερο και να μην ματαέρθουν στην Θεσσαλία. Κάποιος όμως σκέφτηκε πιο λογικά και είπε στον πατέρα του παιδιού να κατέβει στην Καρδίτσα και να πάει στο Δεσπότη να του πει τα καθέκαστα. Αυτό κι έγινε.
Η εποχή που συνέβαιναν αυτά ήταν το έτος 1902 και Μητροπολίτης στην Καρδίτσα ήταν ο ΕΥΘΥΜΙΟΣ.
Πράγματι ο Δεσπότης δέχτηκε με καλοσύνη το Σταυροθόδωρο και τον άκουσε με προσοχή. Αφού τελείωσε ο Σταυροθόδωρος ο Δεσπότης του είπε, πως για να γίνει αυτό θα πρέπει ο Τούρκος να ομολογήσει ορισμένες ομολογίες που προβλέπει η εκκλησία μας, όπως το «Πιστεύω εις έναν Θεό...» και ορισμένους κανόνες, που ο Μπέης δεν θα δεχτεί και κατά συνέπεια το θέμα θα λήξει.
Αυτά που ειπώθηκαν με το Δεσπότη Καρδίτσας τα μετέφερε και το συζήτησε ο πατέρας του παιδιού με τους δικούς του. Πήγε ο ίδιος στο Σιάμ Μπέη να δώσει την απάντηση κάπως καθυστερημένα. Στο κονάκι τον δέχτηκαν, όπως πάντα, με καλοσύνη, αλλά ο Σταυροθόδωρος προσποιούμενος πως έχει κάποια δουλειά, ήθελε να μιλήσει στο Μπέη και να φύγει αμέσως. Συναντήθηκαν με το Μπέη και ο Σταυροθόδωρος τον ευχαρίστησε για την καλή διάθεση να βαφτίσει το γιό του. Άρχισε να του λέει πως οι θρησκευτικοί κανόνες της χριστιανικής θρησκείας δεν ευνοούν μια τέτοια βάφτιση και πως να μην κρατήσουν κακία, αφού δεν μπορούν να γίνουν κουμπάροι.
Ο Μπέης όλα αυτά τ' άκουσε με μεγάλη προσοχή κι άρχισε να κόβει βόλτες μέσα στη σάλα του κονακιού, αγναντεύοντας προς τα έξω πότε από το ένα παράθυρο και πότε από τ' άλλο.
Σε κάποια στιγμή σταμάτησε απότομα και είπε στον πατέρα του παιδιού: Άκουσε μωρέ Γιώργη! Θα πας ξανά στο Δεσπότη, που ξέρει καλά τα γράμματα και θα του πεις πως, όταν γεννήθηκα και η μάνα μου πέθανε, για να μην πεθάνω κι εγώ με πήρε μια ελληνίδα χριστιανή από την Αττάλεια που λεγόταν Μαγδαληνή. Με βύζαξε και με τράνεψε σαν μάνα. Γι' αυτό, άμα το κρίνει σωστό, ας δώσει την ευχή του και να γίνει η βάφτιση
Στο μεταξύ στις μέρες που μεσολάβησαν με όλη αυτή την ιστορία εκτονώθηκαν κάπως τα πνεύματα στη στάνη. Οι περισσότεροι έλεγαν, αφού έχει τόσα παιδιά ο Γιώργης ας βαφτίσει κι ένα ο Μπέης. Ύστερα από όλα, παρ' όλο που η μάνα του παιδιού ήταν αντίθετη, αποφασίστηκε να γίνει η βάφτιση στο Εξωκλήσι - Μοναστήρι του Αγίου Νικολάου του Νέου, που μαρτύρησε στο χωριό Βούναινα. Το Μοναστήρι εκκλησιαστικά ανήκε στη Μητρόπολη Καρδίτσας.
Έτσι κι έγινε. Πατέρας & Μπέης αποφάσισαν για το Μέγα μυστήριο τη βάφτιση του παιδιού. Ο Μπέης δεν κράταγε τη χαρά του για το ευχάριστο γεγονός. Θα ήταν ο Νουνός του παιδιού αλλά η βάφτιση δεν θα έπρεπε να πάρει πολύ έκταση και να μαθευτεί. Γι' αυτό έγινε μια καθημερινή ημέρα και δεν προηγήθηκε λειτουργία.
Στη βάφτιση ήταν ο παπάς από το διπλανό χωριό και 4-5 άτομα, που φρόντισαν να μη λείπει τίποτα απ' ό,τι προβλέπει η εκκλησία. Η τελετή άρχισε πρωί- πρωί.
Στην εξωτερική πόρτα του Μοναστηριού άρχισε ο παπάς το «Ευλογητός» και οι καρδιές όλων χτυπούσαν ανυπόμονα, αποφεύγοντας να δει ο ένας τον άλλον κατάματα, γιατί υπήρχε περίπτωση από κάποια συμπωματική σύσπαση κάποιου προσώπου μπορούσαν ν' αλλάξουν τα πράγματα.
Ο παπάς αφού έφτασε στο σημείο, που έπρεπε να ακουστεί το όνομα, είπε στο Νουνό: «Και το όνομα αυτού». Δίχως να χάσει τη ψυχραιμία του ο Μπέης και πλημμυρισμένος από χαρά είπε: «Παναγιώτης».
Ολονών τα μάτια γέμισαν με δάκρυα και πρώτα του Μπέη.
Ο Παπάς έκανε πως δεν είδε τι είχε συμβεί και συνέχισε κανονικά το μυστήριο. Το παιδί το κράταγε ο Παπαδήμας, που είχε αναλάβει να πει και το «Πιστεύω». Σαν ήρθε η στιγμή να ομολογήσει το «Πιστεύω εις ένα Θεόν...» ο Παπαδήμας τα 'χασε κι έλεγε άλλα αντί άλλων, οπότε αμέσως ο Μπέης τον κάνει νεύμα να σταματήσει.
Ξεκουμπώνοντας το μεταξωτό πουκάμισο και από το στήθος ανασύρει πολύτιμο ολόχρυσο Σταυρό. Τον φιλεί ευλαβικά και κρατώντας τον σφιχτά με τα δυο του χέρια ομολόγησε σε άπταιστη ελληνική γλώσσα, το «Πιστεύω εις ένα Θεόν Πατέρα Παντοκράτορα...». Όλοι που ήταν εκεί έμειναν με το στόμα ανοιχτό και τα μάτια γουρλωμένα για το γεγονός.
Πράγματι ο Σιάμ-Μπέης ήταν χριστιανός! Η Μαγδαληνή που τον ανέθρεψε στα παιδικά του χρόνια, τον γαλούχησε με τα χριστιανικά νάματα. Εμύησε το τουρκόπαιδο στην ορθοδοξία και το έκανε χριστιανό με άσβεστη πίστη. Πίστη που είναι η μόνη αληθινή που αξιοποιεί κάθε ανθρώπινη αρετή και διδάσκει την αγάπη για όλους τους ανθρώπους.
Πάνω σ' αυτά τα λίγα ιστορείται μια αληθινή ιστορία με πρωταγωνιστή τον Σιάμ-Μπέη, που ήταν χριστιανός.
Θωμάς Σπανός
(ΗΧΩ των Σαρακατσαναίων Σεπτέμβριος 1986)

Sorry, this website uses features that your browser doesn’t support. Upgrade to a newer version of Firefox, Chrome, Safari, or Edge and you’ll be all set.