Την Άνοιξη άμα ξεκινάγαμε, δε χασομέραγαμε στη στράτα. Και για να μην πιάσουν δυνατές ζέστες και κακοπάθει το βιο, αλλά και γιατί το βιο μαξουλεύονταν, κι όσο νάναι, στη στράτα το μαξούλι πάαινε χαμένο με το να το δίνουμε τσαντίλα εδώ και τσαντίλα εκεί και σε ό,τι τιμή κι αν βρίσκονταν.

Όμως άμα έφταναμε γύρω στην Καρδίτσα, εκεί κάπως κοντοστεκόμασταν. Το κονάκι που κοντοστεκόμασταν ήταν στο Τσιαούσι (μού φαίνεται το λεν τώρα Γεωργικό), λίγο πάρα πάνω απ’ την Παπαράντζα, ή στο Προσηλάκι, μια τοποθεσία της περιφέρειας του Βλάσδου, νομίζω. Αυτά γένονταν πριν αρχινήσουμε να πααίνουμε απ’ την κάτω τη στράτα, όπως θα πούμε, οπότε το κονάκι αυτό γένονταν απ' όξω απ’ την Καρδίτσα, εκεί στο Μεριά, ή στο Παλιόκαστρο. Εκεί, σ' ένα απ' αυτά, θα καθόμασταν και νιά μέρα ακόμα. Για να πάρουμε τ' αλαφρώματα απ’ το σταθμό του τραίνου, να τα πάμε στο Βλάσδο. Κι άμα έφταναμε στο άλλο κονάκι στη Νεβρόπολη, πάλι το ίδιο μπορεί να γένονταν, για να κουβαληθούν τ' αλαφρώματα απ’ το Βλάσδο στο Νεχώρι. Απ’ το Νεχώρι τα παίρναμε αφού έφταναμε στην Καρυά και πέρναγαν και δυό-τρείς μέρες, για να ξαποστάσουμε και μεις και τ’ άλογα. Έτσι κοντοκουβαλιόνταν τ' αλαφρώματα.

Τη μέρα που πάαιναν στην Καρδίτσα απ’ το Τσιαούσι ή το Προσηλάκι ή απ' άλλο κονάκι, οι Βλάχοι είχαν φούρια μεγάλη. Εκτός απ' τ’ αλαφρώματα, έπρεπε να πάρουν κι αλάτι απ’ την αποθήκη του μονοπωλίου για τα β'νά ν' αλατίζουν το τυρί και τα πράματα, να ψωνίσουν, να φκιάσουν μαλλιά στο λανάρι, γιατί είχαν βγει μηχανές που λανάριζαν, να πάν στον αλμπάνη κάνα άλογο να το καλιγώσει, ή να το ιδεί για κανιά αρρώστια, γιατί οι αλμπάνηδες έκαναν χρέη κτηνίατρου τότε, κι όλα αυτά γλήγορα και βιαστικά, να γυρίσουν στην ώρα τους στα κονάκια, ν' αρμέξουν.

Από το βιβλίο του Γιάννη Μποτού, "Οι Σαρακατσιαναίοι"

Sorry, this website uses features that your browser doesn’t support. Upgrade to a newer version of Firefox, Chrome, Safari, or Edge and you’ll be all set.