Όντας Σαρακατσιάνος ο ίδιος, γεννημένος στη στάνη, όπου έζησα τα παιδικά μου χρόνια, αλλά κι υστερότερα και χωρίς ποτέ να ξεκόψω απ' το συνάφι μου, έκατσα κι έγραψα τα όσα θα διαβάσετε, παρακινημένος από τρεις λόγους.

Πρώτα-πρώτα από μεράκι. Κάθε άνθρωπος, εκτός από λίγες περιπτώσεις, αναθυμάται μ’ ευχαρίστηση και νοσταλγία τα παιδικά του χρόνια. Το ίδιο κι γω. Και τα όσα γράφω, τα περ'σότερα τα έζησα παιδί. Και μου ‘δωσε τρανή χαρά, που τα ανασκάλεψα αγάλια-αγάλια στη θύμηση μου και τα ‘γραψα.

Δεύτερο, που ‘ναι και το κυριότερο, τα όσα γράφω, είναι κατά μεγάλο μέρος μια ζωντανή μαρτυρία. Και σαν τέτοια θα ναι μια κάποια συνεισφορά στη λαογραφία μας, με το να μπει αυτό το υλικό στη διάθεση του λαογράφου και του κάθε ειδικού ερευνητή και επιστήμονα.

Και τρίτο, γιατί τα τελευταία χρόνια γράφονται και λέγονται πολλά για τους Σαρακατσιαναίους, και κάμποσα απ’ αυτά είναι ψεύτικα, λουστραρισμένα, «τουριστικά» θα νάλεγα, και μερικές φορές κούφια λόγια κι αμπελοφιλοσοφίες.

Γράφω για τούς Σαρακατσιαναίους, μολογώντας τα όσα έζησα μικρό παιδί στα κονάκια μας στη Νταουτζιά τ' Αλμυρού, όπου ξεχειμάζαμε και στ' Άγραφα, στην Καρυά των Βραγγιανών, που ξεκαλοκαιριάζαμε, συμπληρωμένα και με όσα ρώτησα, ξέτασα κι έμαθα τώρα κι από συνομήλικούς μου, αλλά κι από γεροντότερους Σαρακατσιαναίους.

Τα περ'σότερα απ’ όσα γράφω, τα βίωσα παιδί. Και σαν βιώματα, αισθήματα, παραστάσεις κι εντυπώσεις είναι ενός παιδιού κι έχουν την αλήθεια και τη δροσιά του παιδιού. Αυτό, νομίζω, είναι προτέρημα. Εδώ όμως πρέπει να μη μας διαφεύγει και το ό,τι, όσο και να τα ‘ζησε και να τα αισθάνθηκε ένα παιδί, τα γράφει όμως ένας ώριμος πιά άνθρωπος, κι όσο να ‘ναι, μπαίνει κι αυτουνού το «χρώμα», το «μάτι» στην περιγραφή και την απόδοσή τους. Κι ακόμα κι ο χρόνος με την αναπόφευκτη λησμονιά κι αλλοίωση.

Επίσης πρέπει να ‘χουμε υπόψη μας, ότι η ζωή των Σαρακατσαναίων, (βιοπορισμός, ήθη, έθιμα, συνήθειες, προλήψεις, τέχνη κλπ.), όπως την περιγράφω, δεν ήταν και δε μπορούσε να ‘ναι η ίδια κι απαράλλαχτη για όλους και για όλα τα μέρη που ζούσαν. Αναγκαστικά επηρεάζονταν κι απ’ τη ζωή και τις συνήθειες κλπ. του ντόπιου πληθυσμού, ανάμεσα στον οποίον ζούσαν και κυκλοφορούσαν οι ομάδες τους. Αλλά κι από μόνες τους οι ομάδες αυτές διαφοροποιούνταν σε επί μέρους ζητήματα, καθώς ξέκοβαν και ξεμάκραιναν η μία απ’ την άλλη. Όμως ο πυρήνας της ζωής τους, από κάθε άποψη, νομίζω ήταν ο ίδιος σ' όλους. Αυτά που γράφω εγώ αφορούν κυρίως τους Σαρακατσιαναίους που ξεκαλοκαίριαζαν στο ζυγό των Αγράφων και ξεχείμαζαν στη Θεσσαλία προ παντός, αλλά και στη Φθιώτιδα, Βοιωτία, Θήβα, Λειβαδιά, την Παλιά Ελλάδα δηλαδή.

Ακόμα και κάτι άλλο. Οι Σαρακατσιαναίοι, σαν ξεχωριστή λαότητα και τρόπος ζωής, δεν υπάρχουν πιά. Αυτό, όποιος με τον ένα ή τον άλλο τρόπο δεν το παραδέχεται ή το κρύβει, κοροϊδεύει και τούς άλλους και τον εαυτό του. Έπαψαν να υπάρχουν οι Σαρακατσιαναίοι σαν Σαρακατσιαναίοι, όχι βέβαια όπως ένας άνθρωπος που πεθαίνει σε μια στιγμή, αλλά σε μερικές δεκαετίες, και συγκεκριμένα απ’ τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο και την αγροτική μεταρρύθμιση που έγινε στη χώρα μας, ως το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο και τον εμφύλιο που ακολούθησε. Φυσικά, Σαρακατσιαναίοι που έχουν συνείδηση ότι είναι Σαρακατσιαναίοι κι έζησαν αυτή τη ζωή, ή κι αν δεν την έζησαν ξέρουν ότι είναι Σαρακατσιαναίοι και την έζησαν τη ζωή αυτή οι γονείς τους και μάλιστα είναι και περήφανοι -και με το δίκιο τους- που ‘ναι Σαρακατσιαναίοι, υπάρχουν πάρα πολλοί, όλοι δηλαδή οι χθεσινοί νομάδες Σαρακατσιαναίοι και οι απόγονοι τους. Όμως ύστερα από μερικές δεκαετίες, πιστεύω, δε θα υπάρχουν και τέτοιοι, θα διαλυθούν στο σύνολο και θα αφομοιωθούν μ' αυτό, λησμονώντας τη φύτρα τους.

Στο γραφτό μου χρησιμοποίησα, όσο μού ήταν δυνατό, και μάλιστα ύστερα από τόσα χρόνια, το γλωσσικό ιδίωμα των Σαρακατσιαναίων. Αυτό το ‘καμα όχι από άλλον λόγο, αλλά γιατί κι η γλώσσα ήταν συστατικό και χαρακτηριστικό της ζωής τους και πιστεύω ότι μ' αυτό αναπαρασταίνεται καλύτερα ή ζωή τους.

Και μια εξήγηση, για τους Σαρακατσιαναίους ιδίως αναγνώστες: Στο κείμενο αναφέρομαι κάθε τόσο στην οικογένειά μου και στους συγγενείς μου. Αυτό δεν γίνεται για να προβάλω το σόι μου, αλλά γιατί τα όσα έζησα παιδί και οι ιστορίες που είχα ακούσει, όλα αυτά αναγκαστικά είχαν σχέση με την οικογένεια, το συγγενολόι μου και τον περίγυρό μου. Δεν έγινε με πρόθεση να προβάλω το σόι μου, και πολύ περισσότερο να υποτιμήσω άλλα σόια. Όπως επίσης δεν υπάρχει πρόθεση προβολής ή μείωσης κανενός, όταν περιγράφω πρόσωπα συγκεκριμένα ή αναφέρομαι σε συγκεκριμένα επεισόδια κι ιστορίες. Το κάνω για να δείξω με συγκεκριμένα γεγονότα, πιο ανάγλυφα τη νοοτροπία και τον τρόπο ζωής των Σαρακατσιαναίων.

Το κείμενο έχει τέσσερα κεφάλαια, για το Χειμώνα, τη στράτα την Άνοιξη, το ξεκαλοκαιριό και τη χινοπωριάτικη τη στράτα, και στο τέλος κι ένα πέμπτο κεφάλαιο, που αναφέρεται σε ορισμένα ζητήματα σχετικά με τούς Σαρακατσιαναίους, με μερικές ιδέες, γνώμες, απόψεις και κρίσεις. Γι' αυτό το κεφάλαιο έχω κάμποσο υλικό, που όμως για την ώρα δε το ‘χω δουλεμένο. Ίσως σε άλλη έκδοση να γράψω περισσότερα πάνω σ' αυτό. Αλλά και στ' άλλα, με ό,τι τυχόν άλλο συγκεντρώσω ή μου υποδείξουν αναγνώστες και μάλιστα Σαρακατσιαναίοι που να ‘ζησαν τη ζωή εκείνη.

Και δυο λόγια για την ιστορία αυτού του γραφτού. Άρχισα να μαζεύω στοιχεία και να σημειώνω θύμησες πριν από είκοσι δύο χρόνια. Και τα τέσσερα πρώτα κεφάλαια, που περιγράφουν τη ζωή των Σαρακατσιαναίων στον κύκλο μιας χρονιάς, άρχισα να τα γράφω την άνοιξη του 1961 και τα τελείωσα το φθινόπωρο της ίδιας χρονιάς. Από τότε αυτό το γραφτό πολλές φορές το ξανάπιανα στα χέρια μου, το ξανάβλεπα και το συμπλήρωνα με καινούργια στοιχεία, ή το διόρθωνα με ό,τι εύρισκα διαβάζοντας ή ρωτώντας. Και αρκετές φορές το ξαναπέρασα και το ξαναθεώρησα ολόκληρο και μετά και την προσθήκη, τελευταία, και του πέμπτου κεφαλαίου, και τη δακτυλογράφηση ολόκληρου του κειμένου το 1979 το καλοκαίρι.

Αθήνα Γεννάρης 1982, Γιάννης Μποτός

Sorry, this website uses features that your browser doesn’t support. Upgrade to a newer version of Firefox, Chrome, Safari, or Edge and you’ll be all set.