"Θαλά":Οτι θά, ότι τάχα θα, ότι τάχα θέλω νά.
Σαρ. φράση: "Μούπε ότι θαλά ν'άρθει, άλλά δέν ήρθι". Κατά την προσωπική μου γνώμη: Πιθανή προέλευσή του από το ρήμα θέλω και το μόριο Να που συνδυαζόμενα εξελίσσονται σε θέλ-να και θαλά.

«θαμαίνομαι» = θαυμάζω κάτι, μένω με το στόμα ανοικτό από θαυμασμό.
Από το ομηρικό «θαύμα» = θαύμα, παν ό,τι βλέπει τις με­τά θαυμασμού και εκστάσεως, και το επίσης ομηρικό «θαυ-μαίνω -ομαι» = θαυμάζω. Σχετικό είναι και το επίσης ομηρι­κό «θαυμάζω» = εκπλήττομαι, μένω εκστατικός.

«θαμπά» = μισοσκότεινα, μισοσκόταδο. 
Από το «θαμβέω -ώ» = εκπλήττω και το «θάμβος» = έκ­πληξη, θαυμασμός, έκσταση (γ, 372. ω, 394. Γ, 242). 

«θερμασιά - θέρμη» = πυρετός κατά τον Αδ. Κοραή (ΔΙ σελ. 173).
Από το ομηρικό «θερμαίνω» = θερμαίνω, ζεσταίνω και το επίσης ομηρικό «θερμός -η -όν» = θερμός, ζεστός, από τα οποία προήλθε και η λέξη «θερμασία», που συναντάται και στον Αρι­στοτέλη και σημαίνει θερμότης, ζέση, έξαψη.
Ίδετε και: Προβλήματα παρά τω Στεφάν. Θησαυρ. έκδ. Αγγλ. σελ. 4252 και παρά τω Φρυνίχω σελ. 146 σημ.
 

«Θ(η)κάρι» = θήκη μαχαιριού ή άλλου πράγματος.
Από το «θήκη» = κιβώτιο, κύστη, μνήμα, τάφος, τύμβος, που προήλθε από το ρήμα «τίθημι» = θέτω, τοποθετώ.

«Θηλιαστό» = το πλεγμένο με το βελονάκι, θηλιά προς θηλιά.
Από το ομηρικό «θήλυς -α -υ» = θήλυς, θηλυκός > θηλιά > θηλιάζωΧΕ, 269. Κ, 216. Τ, 97. Ψ,409. ε, 467). (Γ. Χατζ. Α 334, Β 120, 261, 262).

«θημωνιά» = σωρός από χόρτα ή άχυρο ή από πουρνάρια ή άλλους θάμνους.
Από το ομηρικό «θημών -ώνος» = σωρός, θημωνιά, (Ε, 368) στοίβα. Και η λέξη αυτή είναι παράγωγο του ρήματος τί­θημι.
 

«Θράκα» = τα καμένα κάρβουνα στο τζάκι ή στη «βάτρα».
Από το ομηρικό «ανθρακιή» = σωρός ανθράκων πεπυρα-κτωμένων, καρβουνιά, καμίνι  κάρβουνων. (I. Πανταζίδη ένθ. ανωτ. I 213).
 

«Θράσιος» = το ζώο που ψόφησε προ της σφαγής του.

«Θρασίμι» = το ψόφιο ζώο.
Από το «σαθρός» = σεσηπώς, «σάπιος», χαλασμένος, νο­σηρός, παρηκμακώς (Ν. Ανδρ. σελ. 123. Γ. Χατζηδ. Glott 2, 299).
Το σαθρός -ή -όν έγινε «θράσιος -η -ον» με αντιμετάθεση.
 

«θωριά» = η εξωτερική ανθρώπινη εμφάνιση, η εικόνα του παρατηρούμενου ανθρώπου.
Από το «θεωρία» = το σχήμα (εξωτερικόν) ή το χρώμα (κοινώς η θωριά), το θέαμα, η θέα, το θεάσθαι, το παρατηρείν, η εξέταση, η επισκόπηση (Αθηνά ΙΕ 27 και Λεξ. Αρχ. Σ. Βυ­ζάντιου Α-Μ 6.604).

Sorry, this website uses features that your browser doesn’t support. Upgrade to a newer version of Firefox, Chrome, Safari, or Edge and you’ll be all set.